Το κλείσιμο του γερμανικού ζητήματος δημιούργησε τις προϋποθέσεις για το άνοιγμα του ζητήματος του Κοσσυφοπεδίου και τη διεθνοποίησή του. Σε αυτό το πλαίσιο, μια δεκαετία αργότερα, η επέμβαση του ΝΑΤΟ στο Κοσσυφοπέδιο αντιπροσωπεύει, αυτό που ο διάσημος φιλόσοφος Ιβάν Κράστεφ αποκαλεί, τη ραχοκοκαλιά της φιλελεύθερης τάξης. Αν το «Ο Ρόλος της Γερμανικής Εξωτερικής Πολιτικής προς το Κοσσυφοπέδιο 1990 – 2008» ασχολείται με αυτή την παραδειγματική μετατόπιση, το βιβλίο «Το Πέταλο» ασχολείται με τη σύγκρουσή της με ένα παλιό σερβικό ηγεμονικό σχέδιο στα Βαλκάνια. Το ένα μιλάει για τη δύναμη της ελευθερίας και της δημοκρατίας, το άλλο για τη βίαιη προσπάθεια να τα σταματήσει.
Αν κάποιος είχε πει πριν από περισσότερες από τρεις δεκαετίες ότι η πτώση του Τείχους του Βερολίνου θα επηρέαζε άμεσα την τύχη του Κοσσυφοπεδίου, πιθανότατα θα το χαρακτήριζε πολιτική φαντασίωση. Άλλωστε, τι σχέση θα μπορούσε να έχει ένα τείχος που χωρίζει το Βερολίνο με μια μικρή χώρα στην καρδιά των Βαλκανίων;
Αλλά η ιστορία έχει έναν παράξενο τρόπο να συνδέει γεγονότα που με την πρώτη ματιά φαίνονται εντελώς άσχετα μεταξύ τους. Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989 δεν σηματοδότησε μόνο το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την επανένωση της Γερμανίας· δημιούργησε τις συνθήκες για μια νέα ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων, εντός της οποίας θα αναδυόταν και το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου.
Το κλείσιμο του γερμανικού ζητήματος δημιούργησε τον χώρο για τη διεθνοποίηση του ζητήματος του Κοσσυφοπεδίου. Μια επανενωμένη Γερμανία, απαλλαγμένη από τους περιορισμούς του Ψυχρού Πολέμου, θα γινόταν σταδιακά ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες στις διαδικασίες που οδήγησαν το Κοσσυφοπέδιο από την καταστολή, τον πόλεμο και την εθνοκάθαρση στην ελευθερία και την ανεξαρτησία.
Ακριβώς για αυτή τη σύνδεση –μεταξύ Γερμανίας και Κοσσυφοπεδίου, μεταξύ ελευθερίας και βίας, μεταξύ δημοκρατίας και ηγεμονίας– αναφέρονται τα δύο βιβλία μου: «Ο ρόλος της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στο Κοσσυφοπέδιο 1990–2008» και «Το πέταλο».
Το πρώτο βιβλίο ασχολείται με την πορεία της γερμανικής πολιτικής από την επανένωση έως την υποστήριξη της κρατικής υπόστασης του Κοσσυφοπεδίου, υποστηρίζοντας ότι το Κοσσυφοπέδιο έγινε μια από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εν τω μεταξύ, το βιβλίο «Το πέταλο» ασχολείται με την άλλη πλευρά αυτής της ιστορίας: τη συνέχιση του σερβικού σχεδίου για την εθνοκάθαρση των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου και την προσπάθεια επίτευξης μιας «τελικής λύσης» στο αλβανικό ζήτημα στο Κοσσυφοπέδιο.
επίσης
Το Κοσσυφοπέδιο ως εργαστήριο της φιλελεύθερης τάξης μετά τον Ψυχρό Πόλεμο
Από τη μία πλευρά βρίσκεται η ιστορία μιας Ευρώπης που έχτιζε μια δημοκρατική τάξη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο· από την άλλη είναι η ιστορία ενός καθεστώτος που συνέχισε να βασίζεται στη λογική του επιθετικού εθνικισμού και της εθνοτικής βίας. Η σύγκρουση μεταξύ αυτών των δύο οραμάτων καθόρισε την τύχη του Κοσσυφοπεδίου στα τέλη του 20ού αιώνα.
Με την ευκαιρία αυτή, εκφράζω την ευγνωμοσύνη μου στη Διεύθυνση Πολιτισμού, Νεολαίας και Αθλητισμού του Φεριζάι, στον Λογοτεχνικό Όμιλο «Ντε Ράντα», καθώς και σε όλους όσους συνέβαλαν στην προώθηση αυτών των δύο έργων. Ιδιαίτερες ευχαριστίες απευθύνονται στους κριτικούς του βιβλίου «Πάτκοι», καθηγητή Δρ. Σαντίκ Μεχμέτι και καθηγητή Δρ. Χατζί Αντέμι, καθώς και στον καθηγητή Δρ. Χαϊρεντίν Κουτσίν για την αξιολόγηση και την ομιλία του σχετικά με το βιβλίο «Ο ρόλος της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στο Κοσσυφοπέδιο 1990–2008».
Ο διάσημος Βραζιλιάνος μυθιστοριογράφος, Πάουλο Κοέλιο, λέει ότι όταν θέλεις κάτι με όλη σου την καρδιά, ολόκληρο το σύμπαν συνωμοτεί για να το κάνεις πραγματικότητα. Αυτή η ιδέα με συνόδευε πάντα. Έχω αγωνιστεί για τα όνειρά μου για να τα κάνω πραγματικότητα. Έχω πέσει πολλές φορές, αλλά έχω και σηκωθεί, έχω συναντήσει εμπόδια, αλλά δεν έχω τα παρατήσει.
Αρχικά, προσπάθησα να πραγματοποιήσω αυτό το όνειρο στο Πανεπιστήμιο της Πρίστινα. Δεν ήταν δυνατό. Δεν τα παράτησα. Αλλά συνέχισα στην Αυστρία και τη Γερμανία: στο Γκρατς, στη Βιέννη, καθώς και στο Βερολίνο, στη Βρέμη, ενώ στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, με τον διάσημο Ευρωπαίο ιστορικό Στέφαν Τρέμπστ, συζήτησα τη διδακτορική μου διατριβή ακριβώς δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στη Λειψία, όπου ξεκίνησαν οι ειρηνικές διαδηλώσεις της Δευτέρας (Die Montagsdemonstrationen) στις 4 Σεπτεμβρίου 1989.
Οι διαδηλώσεις της Δευτέρας ήταν ένα σημαντικό μέρος της Ειρηνικής Επανάστασης στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ) κατά το φθινόπωρο του 1989, ανοίγοντας το δρόμο για την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την επανένωση της Γερμανίας.
Αυτά δεν ήταν μόνο γερμανικά γεγονότα. Ήταν μια στιγμή που άλλαξε το παράδειγμα της ευρωπαϊκής και διεθνούς πολιτικής. Η διπολική τάξη πραγμάτων του Ψυχρού Πολέμου έλαβε τέλος και ξεκίνησε η εποχή της φιλελεύθερης δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αυτοδιάθεσης των λαών. Το κλείσιμο του γερμανικού ζητήματος δημιούργησε τις συνθήκες για το άνοιγμα του ζητήματος του Κοσσυφοπεδίου και τη διεθνοποίησή του. Σε αυτό το πλαίσιο, μια δεκαετία αργότερα, η επέμβαση του ΝΑΤΟ στο Κοσσυφοπέδιο αντιπροσωπεύει, αυτό που λέει ο διάσημος φιλόσοφος Ιβάν Κράστεφ, τη ραχοκοκαλιά της φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων.
Αν το βιβλίο για τον ρόλο της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής ασχολείται με αυτή την παραδειγματική μετατόπιση, το βιβλίο «Το πέταλο» ασχολείται με τη σύγκρουσή της με ένα παλιό σερβικό ηγεμονικό σχέδιο στα Βαλκάνια. Το ένα μιλά για τη δύναμη της ελευθερίας και της δημοκρατίας· το άλλο για τη βίαιη προσπάθεια να τα σταματήσει.
Το βιβλίο για τη Γερμανία γεννήθηκε από την πεποίθηση ότι η ιστορία του Κοσσυφοπεδίου δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς την ανάλυση του ρόλου της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής κατά τα έτη 1990-2008. Το βιβλίο υποστηρίζει ότι το Κοσσυφοπέδιο δεν ήταν μόνο μια πρόκληση για τη Γερμανία, αλλά και ένα σημείο καμπής στην εξέλιξη της ίδιας της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής.
Οι κύριες θέσεις μου που παρουσιάζω με συνθετικό και αναλυτικό τρόπο σε αυτό το βιβλίο είναι: Πρώτον, η πτώση του Τείχους του Βερολίνου δημιούργησε τις συνθήκες για το άνοιγμα του ζητήματος του Κοσσυφοπεδίου: Ένα από τα θεμελιώδη επιχειρήματα του βιβλίου είναι ότι το κλείσιμο του γερμανικού ζητήματος με την επανένωση της Γερμανίας δημιούργησε μια νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα, η οποία στη συνέχεια άνοιξε το δρόμο για τη διεθνοποίηση του ζητήματος του Κοσσυφοπεδίου. Κατά κάποιο τρόπο, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου συνέδεσε την τύχη της Γερμανίας με την τύχη του Κοσσυφοπεδίου.
Δεύτερον, το Κοσσυφοπέδιο αποτέλεσε καταλύτη για τον μετασχηματισμό της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής: Ο πόλεμος του Κοσσυφοπεδίου αντιπροσωπεύει το πιο σημαντικό σημείο στην εξέλιξη της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής μετά την επανένωση. Για πρώτη φορά από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γερμανία συμμετείχε σε πολεμική επιχείρηση εκτός της επικράτειάς της, εγκαταλείποντας την παραδοσιακή της κουλτούρα στρατιωτικής αυτοσυγκράτησης.
Τρίτον, η Γερμανία μετατράπηκε από «πολιτική δύναμη» σε ενεργό διεθνή παράγοντα:
Το βιβλίο υποστηρίζει ότι το Κοσσυφοπέδιο σηματοδότησε τη μετατόπιση της Γερμανίας από μια πολιτική που επικεντρώνεται κυρίως στη διπλωματία και την πολυμέρεια στην ανάληψη συγκεκριμένων ευθυνών για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η εμπλοκή στο Κοσσυφοπέδιο λειτούργησε ως καταλύτης για τον αυξανόμενο διεθνή ρόλο της Γερμανίας.
Τέταρτον, η Γερμανία δεν υποστήριζε αρχικά την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου: Μια σημαντική θέση του βιβλίου είναι ότι το Βερολίνο, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της διεθνούς κοινότητας, αναζητούσε μια λύση που απέφευγε την ανεξαρτησία για πολλά χρόνια. Η υποστήριξη της κρατικής υπόστασης του Κοσσυφοπεδίου ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς πολιτικής, διπλωματικής και στρατηγικής διαδικασίας.
Πέμπτον, ο πόλεμος του Κοσσυφοπεδίου άλλαξε τη διεθνή συζήτηση για την κυριαρχία και τα ανθρώπινα δικαιώματα:
επίσης
Γερμανία, Κοσσυφοπέδιο και η ηθική της τάξης μετά τον Ψυχρό Πόλεμο
Η κρίση του Κοσσυφοπεδίου έφερε σε αντιπαράθεση δύο θεμελιώδεις αρχές: την κρατική κυριαρχία και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για τη Γερμανία και τη Δύση, το Κοσσυφοπέδιο έγινε μια περίπτωση όπου η προστασία του άμαχου πληθυσμού υπερίσχυσε της παραδοσιακής έννοιας της μη επέμβασης.
Έκτον, ο UCK και ο ένοπλος αγώνας έφεραν το Κοσσυφοπέδιο στο διεθνές προσκήνιο:
Το βιβλίο υποστηρίζει ότι η ειρηνική αντίσταση είχε φτάσει στα όριά της. Μόνο μετά την εμφάνιση του UCK και το ξέσπασμα της ένοπλης σύγκρουσης το Κοσσυφοπέδιο έγινε προτεραιότητα για τη διεθνή και γερμανική διπλωματία.
Έβδομον, η Γερμανία ήταν ένας από τους κύριους αρχιτέκτονες της διεθνούς λύσης για το Κόσοβο: Από το Σχέδιο Fischer έως το Ψήφισμα 1244, από την επέμβαση του ΝΑΤΟ έως την υποστήριξη της ανεξαρτησίας, η Γερμανία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία που οδήγησε το Κόσοβο από μια ανθρωπιστική κρίση σε ένα ανεξάρτητο κράτος. Ένα από τα πιο σημαντικά συμπεράσματα αυτού του βιβλίου είναι ότι η πορεία του Κοσόβου προς την κρατική υπόσταση δεν ξεκίνησε με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας στις 17 Φεβρουαρίου 2008, αλλά με την τοποθέτησή του υπό διεθνή διοίκηση μετά τον πόλεμο του 1999. Σε αυτή τη διαδικασία, το λεγόμενο Σχέδιο Fischer, που συντάχθηκε από τη γερμανική διπλωματία κατά τη διάρκεια της γερμανικής προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της G8, έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Αυτό το σχέδιο έγινε η πολιτική και διπλωματική βάση για το Ψήφισμα 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, δημιουργώντας το πλαίσιο για την αποχώρηση των σερβικών δυνάμεων, την ανάπτυξη της KFOR και τη διεθνή πολιτική διοίκηση του Κοσόβου από την UNMIC. Υπό αυτή την έννοια, το Σχέδιο Fischer αντιπροσωπεύει τη γένεση της νέας πολιτικής τάξης στο μεταπολεμικό Κόσοβο, επειδή αφαίρεσε το Κόσοβο από την ουσιαστική κυριαρχία του Βελιγραδίου και το έθεσε υπό ένα μεταβατικό διεθνές καθεστώς, το οποίο αργότερα θα άνοιγε το δρόμο για τη διαδικασία καθορισμού του τελικού καθεστώτος και της ανεξαρτησίας του. Σπάνια στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία μια γερμανική διπλωματική πρωτοβουλία έχει γίνει η πολιτική αρχιτεκτονική πάνω στην οποία χτίστηκε το μεταπολεμικό Κοσσυφοπέδιο.
Αν το Ραμπουγιέ αντιπροσώπευε την τελευταία προσπάθεια να παραμείνει το Κόσοβο εντός της Γιουγκοσλαβίας, τότε το Σχέδιο Φίσερ αντιπροσώπευε το σημείο καμπής που έβγαλε το Κόσοβο από τη σερβική διοίκηση και το έθεσε υπό διεθνή πολιτική και στρατιωτική διοίκηση. Μέσω αυτού του σχεδίου, η γερμανική διπλωματία έθεσε τα θεμέλια μιας νέας πολιτικής τάξης στο Κόσοβο, δημιουργώντας τις συνθήκες που αργότερα οδήγησαν στη διαδικασία καθορισμού του τελικού καθεστώτος και στην ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου.
Το βιβλίο βασίζεται στη θέση ότι η πτώση του Τείχους του Βερολίνου όχι μόνο άλλαξε τη μοίρα της Γερμανίας, αλλά επηρέασε άμεσα και τη μοίρα του Κοσσυφοπεδίου. Το Κοσσυφοπέδιο έγινε η αρένα όπου η επανενωμένη Γερμανία δοκίμασε τον νέο διεθνή ρόλο της, μεταβαίνοντας από μια κουλτούρα αυτοσυγκράτησης σε μια κουλτούρα ευθύνης. Ταυτόχρονα, το βιβλίο αποδεικνύει ότι η ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου δεν ήταν αποτέλεσμα μιας μόνο στιγμής, αλλά προϊόν μιας μακράς διαδικασίας, που συνδύαζε την αντίσταση του λαού του Κοσσυφοπεδίου, την επέμβαση του ΝΑΤΟ και την αποφασιστική υποστήριξη της Γερμανίας και της Δύσης.
Το άλλο βιβλίο, «Το Σχέδιο «Έφιππος»: Συνέχιση του Σερβικού Δόγματος για την Εθνοκάθαρση του Κοσσυφοπεδίου», γεννήθηκε από την ανάγκη καταγραφής μιας περιόδου κατά την οποία το Κοσσυφοπέδιο απειλούνταν με διάλυση και όταν η Σερβία, μέσω του κωδικού σχεδίου «Έφιππος», έκανε την τελευταία της προσπάθεια να επαναλάβει την πολιτική εθνοκάθαρσης που είχε εφαρμόσει στην Τόπλιτσα στα τέλη του 19ου αιώνα.
Όταν κοιτάμε τις φάλαγγες των Αλβανών προσφύγων της άνοιξης του 1999, βλέπουμε όχι μόνο τις συνέπειες ενός πολέμου. Βλέπουμε το τραγικό τέλος μιας ιδεολογίας που επί δεκαετίες κήρυττε ότι το Κόσοβο μπορούσε να γίνει Σερβικό μόνο αν οι Αλβανοί το εγκατέλειπαν. Γι' αυτό υποστηρίζω στο βιβλίο ότι το «Πέταλο» δεν ήταν απλώς ένα στρατιωτικό σχέδιο, αλλά η έκφραση ενός δόγματος που στόχευε στην εξάλειψη της αλβανικής παρουσίας ως πολιτικού και δημογραφικού παράγοντα στο Κόσοβο.
Αν ο 19ος αιώνας έφερε την εκδίωξη των Αλβανών από την Τόπλιτσα, αν ο 20ός αιώνας έφερε τον αποικισμό, την καταστολή και το απαρτχάιντ, τότε ο πόλεμος του 1998-1999 αντιπροσώπευε την τελευταία προσπάθεια να υλοποιηθεί αυτό που στην ορολογία του σερβικού καθεστώτος βιωνόταν ως «τελική λύση» για το Κοσσυφοπέδιο. Η επέμβαση του ΝΑΤΟ διέκοψε αυτή τη διαδικασία και κατέστησε δυνατό να μην γίνει το Κοσσυφοπέδιο το επόμενο κεφάλαιο στις τραγωδίες που γνώρισαν τα Βαλκάνια κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, το βιβλίο αντιμετωπίζει το έτος 1999 όχι ως την αρχή του προβλήματος, αλλά ως την κορύφωση μιας ιστορικής τροχιάς. Αυτό που συνέβη στο Κοσσυφοπέδιο δεν ήταν μια αυθόρμητη αντίδραση στις συνθήκες του πολέμου, αλλά η τελευταία προσπάθεια ενός αιώνιου έργου για την οριστική επίλυση του «αλβανικού ζητήματος» στο Κοσσυφοπέδιο.
Υπό αυτή την έννοια, το βιβλίο αυτό αποτελεί επίσης φόρο τιμής σε όλους όσους αντιμετώπισαν τη βία, την απέλαση και την πολιτική της συλλογικής εξόντωσης, αλλά που, παρά τα πάντα, επέζησαν και διατήρησαν το δικαίωμα να ζουν ελεύθερα στη χώρα τους.
Αισθάνομαι περήφανος που αφιέρωσα αυτό το βιβλίο στους δύο θείους μου, τον Gursel, ζωγράφο, και τον Bajram (γεωλόγο) Sylejmani, και τους δύο μάρτυρες του UCK. Για μένα, παραμένουν σύμβολο πατριωτισμού, γνώσης, πολιτισμού και αφοσίωσης στην πατρίδα. Κάθε φορά που βλέπω τα ονόματά τους στους δρόμους του Ferizaj, νιώθω μια ιδιαίτερη συγκίνηση για πολλούς λόγους, και φυσικά επιστρέφω εκεί με χαρά για πολλούς λόγους, επειδή αντιπροσωπεύουν όχι μόνο την ιστορία της οικογένειάς μου, αλλά και τις αξίες πάνω στις οποίες χτίστηκε η ελευθερία του Κοσσυφοπεδίου.
Επομένως, αυτό το βιβλίο δεν είναι απλώς μια μελέτη του παρελθόντος. Είναι επίσης μια προειδοποίηση για το μέλλον. Διότι, όπως έγραψα στο τέλος της εισαγωγής του βιβλίου, το ζήτημα δεν είναι μόνο τι συνέβη στο Κοσσυφοπέδιο, αλλά πώς θα το θυμόμαστε και πώς θα το ερμηνεύσουμε. Η σχετικοποίηση της βίας δεν είναι απλώς ένα ιστοριογραφικό πρόβλημα. Διακινδυνεύει να αποκαταστήσει τη λογική που κατέστησε δυνατή αυτή τη βία. Και ακριβώς για αυτόν τον λόγο, η ιστορική μνήμη παραμένει η καλύτερη μορφή υπεράσπισης της ελευθερίας μας.
Τελικά, πιστεύω ότι η ιστορία του Κοσσυφοπεδίου δεν είναι μόνο μια ιστορία βασάνων και θυσιών. Είναι επίσης μια ιστορία αλλαγών στα πρότυπα της διεθνούς πολιτικής. Το Κοσσυφοπέδιο αμφισβήτησε τις κλασικές έννοιες της κυριαρχίας, επηρέασε τον μετασχηματισμό του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έγινε μια από τις πιο σημαντικές περιπτώσεις στη συζήτηση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη διεθνή ευθύνη, καθώς και για την ανθρωπιστική παρέμβαση.
επίσης
Ο σκοπός και ο λόγος της έρευνας των Κοσοβάρων σε μη αλβανικά θέματα
Αν αυτά τα δύο βιβλία βοηθήσουν έστω και λίγο στην καλύτερη κατανόηση της πορείας του Κοσσυφοπεδίου προς την ελευθερία και την ανεξαρτησία και των προκλήσεων που την συνοδεύουν, τότε μπορώ να πω ότι χρόνια εργασίας, έρευνας και αφοσίωσης έχουν βγάλει νόημα.
Ομιλία του S. Ukshini με την ευκαιρία της προώθησης δύο επιστημονικών βιβλίων: Το Σχέδιο «Ιππική Επανάσταση» και «Ο Ρόλος της Γερμανικής Εξωτερικής Πολιτικής απέναντι στο Κοσσυφοπέδιο 1990 – 2008», τα οποία προωθήθηκαν στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Ημέρες Πολιτισμού – Φεριζάι 2026». Η προώθηση διοργανώθηκε από τη Διεύθυνση Πολιτισμού, Νεολαίας και Αθλητισμού και τον Λογοτεχνικό Όμιλο «Ντε Ράντα» – Φεριζάι